Τα οφθαλμολογικά προβλήματα δεν είναι σπάνια στη παιδική ηλικία. Μπορούμε να τα κατατάξουμε σε ήπια και σοβαρά.

Η ηλικία εμφάνισής τους είναι σημαντική. Όσο νωρίτερα εμφανιστεί ένα πρόβλημα, τόσο πιο σοβαρό είναι.

Ήπια προβλήματα, όπως το τσίμπλιασμα ή το δάκρυσμα απαιτούν βραχεία θεραπεία και συνήθως δεν συνοδεύονται από μόνιμες βλάβες.

Ωστόσο, σοβαρά προβλήματα όπως ο καταρράκτης, η αμβλυωπία, ο στραβισμός, το γλαύκωμα, οι σημαντικές διαθλαστικές ανωμαλίες κ.ά., απαιτούν μακροχρόνια θεραπεία.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η ανάγκη της πρώιμης διάγνωσης και θεραπείας είναι σημαντική. Κάποιες ομάδες παιδιών θεωρούνται υψηλότερου κινδύνου στην εμφάνιση οφθαλμολογικών διαταραχών. Τέτοια είναι: τα πρόωρα γεννημένα παιδιά, τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, τα παιδιά με οικογενειακό ιστορικό οφθαλμολογικών προβλημάτων, τα παιδιά με άλλες χρόνιες συστηματικές παθήσεις (πχ. αρθρίτιδα, νευρολογικές παθήσεις κ.ά.), τα παιδιά που εμφανίζουν μαθησιακές δυσκολίες στο σχολείο.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά τη διεξαγωγή οφθαλμολογικού ελέγχου από εξειδικευμένο οφθαλμίατρο (παιδο-οφθαλμίατρο) σε όλα τα παιδιά, ξεκινώντας από το μαιευτήριο και επαναλαμβάνοντας στις ηλικίες 1 ετους, 3,5 και 5 ετών. Στη συνέχεια συνιστάται ένας ετήσιος έλεγχος. Η συχνότητα τροποποιείται εάν υπάρχει ιστορικό στην οικογένεια, πρόωρη γέννηση, αναπτυξιακές διαταραχές ή άλλα συστηματικά νοσήματα.

Από την αρχή της ζωής και για τους πρώτους 3 μήνες βλέπει θολά, αντιλαμβάνεται περισσότερο την αλλαγή φωτεινότητας και όχι πλήρως τα χρώματα. Λόγω ανωριμότητας στην ανάπτυξη του οπτικού συστήματος μπορεί να στραβίζει παροδικά χωρίς να υπάρχει πραγματικό πρόβλημα.

Μετά τον 3ο με 4ο μήνα, ξεκινά να προσηλώνει το βλέμμα σε ότι του τραβά την προσοχή (είτε είναι πρόσωπο, είτε αντικείμενο/παιχνίδι/φαγητό) και αντιλαμβάνεται σταδιακά τα φωτεινά χρώματα.

Η όρασή του παιδιού συνεχίζει να βελτιώνεται σταδιακά, μέχρι την ηλικία των 8 με 9 ετών, οπότε και φτάνει στα επίπεδα του ενήλικα.

Η όραση είναι μια εξελικτική διαδικασία, επομένως καταλαβαίνουμε ότι ένα παιδί 2 ετών βλέπει διαφορετικά από ένα παιδί 4 ετών. Είναι πολύ σημαντικό κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης της όρασης και της ωρίμανσης της οπτικής οδού, τα μάτια ενός παιδιού να λειτουργούν σωστά, δηλαδή να δέχονται καθαρά οπτικά ερεθίσματα ώστε να αναπτυχθούν πλήρως η διόφθαλμη και η στερεοσκοπική όραση. Προβλήματα που μπορούν να προκύψουν στα πρώτα 7-8 χρόνια της ζωής και να επηρεάσουν αρνητικά την ωρίμανση της όρασης.

Το οπτικό σύστημα και η αίσθηση της όρασης δεν είναι πλήρως ολοκληρωμένη κατά την γέννηση ούτε ανατομικά, ούτε λειτουργικά, αλλά είναι μια εξελικτική διαδικασία η οποία ξεκινά από τη γέννηση και ολοκληρώνεται σε ηλικία 8 με 9 ετών περίπου.

Δεδομένου ότι τα παιδιά σχεδόν ποτέ δε θα παραπονεθούν για την όρασή τους συνήθως δεν μπορούν να αντιληφθούν και να εκφράσουν κάποιο πιθανό πρόβλημα, και επίσης ότι πολλά σοβαρά οφθαλμολογικά προβλήματα όπως η αμβλυωπία (τεμπέλικο μάτι) δεν δίνουν έντονα συμπτώματα στα αρχικά στάδια,  έχει τεράστια σημασία ο προληπτικός οφθαλμολογικός έλεγχος από τους πρώτους ακόμη μήνες της ζωής ενός παιδιού.

Η σωστή διάγνωση και αντιμετώπιση των οφθαλμολογικών παθήσεων στην κρίσιμη αυτή περίοδο της όρασης έχει στόχο μελλοντικούς ενήλικες χωρίς προβλήματα όρασης τα οποία θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί εγκαίρως.

Μελέτες δείχνουν ότι, σε ποσοστό 20% οι οφθαλμολογικές παθήσεις ανακαλύπτονται για πρώτη φορά όταν τα παιδιά ξεκινούν το σχολείο, σε πολλές περιπτώσεις όμως είναι αργά για να αντιμετωπιστούν, με αποτέλεσμα τα παιδιά να κινδυνεύουν με χαμηλή όραση σ’ όλη τους τη ζωή.

Συμπτώματα που πιθανόν να υποκρύπτουν κάποιο οφθαλμολογικό πρόβλημα μπορεί να είναι:

-στραβισμός

-πολύ κοντινή απόσταση στην τηλεόραση ή το βιβλίο

-κλίση ή στροφή κεφαλής

-κλείσιμο του ενός ματιού στο έντονο φως

-συχνό τρίψιμο ματιών

-συχνοί πονοκέφαλοι

-χαμηλή επίδοση στο σχολείο.

Δεδομένου ότι

-τα παιδιά σχεδόν ποτέ δε θα παραπονεθούν για την όρασή τους συνήθως δεν μπορούν να αντιληφθούν και να εκφράσουν κάποιο πιθανό πρόβλημα

-πολλά σοβαρά οφθαλμολογικά προβλήματα δεν δίνουν έντονα συμπτώματα στα αρχικά στάδια όπως η αμβλυωπία (τεμπέλικο μάτι)

έχει τεράστια σημασία ο προληπτικός οφθαλμολογικός έλεγχος από τους πρώτους ακόμη μήνες της ζωής ενός παιδιού.

Όλες οι εξετάσεις γίνονται με ειδικά τεστ για κάθε ηλικία μέσα από ένα ευχάριστο και δημιουργικό παιχνίδι. Χρησιμοποιούμε εξεταστικές μεθόδους και ειδική τεχνολογία ειδικά προσανατολισμένη για κάθε ηλικιακή ομάδα, ώστε να μπορεί να τους κατανοήσει και να συνεργαστεί το κάθε παιδί ανάλογα με τις δυνατότητές του. Η εξέταση βασίζεται σε αντικειμενικές μεθόδους που δεν προϋποθέτουν απαραίτητα την συνεργασία των μικρών μας ασθενών. Προσδιορίζουμε έτσι έμμεσα εάν υπάρχει οποιαδήποτε αιτία που θα μπορούσε να εμποδίσει την φυσιολογική ανάπτυξη της όρασής τους ώστε να αντιμετωπισθεί σωστά και έγκαιρα.

Συνήθως απαιτείται η ενστάλλαξη σταγόνων (κυκλοπληγικές, μυδριατικές) οι οποίες θολώνουν την όραση του παιδιού για κάποιες ώρες. Η οφθαλμολογική εξέταση είναι πλήρως ανώδυνη και ο σκοπός μας είναι να αποτελέσει μια θετική εμπειρία για κάθε μικρό μας επισκέπτη.

Συνήθως για να ολοκληρωθεί η εξέταση και ειδικά σε πιο μικρά παιδιά, απαιτείται η ενστάλλαξη σταγόνων (κυκλοπληγικές, μυδριατικές), οι οποίες θολώνουν την όραση του παιδιού για κάποιες ώρες.

Πρόκειται για ειδικά κολλύρια που βοηθούν να αποκαλύφθει η πραγματική διαθλαστική κατάσταση του ματιού (δηλαδή η πιθανή ύπαρξη μυωπίας, υπερμετρωπίας, αστιγματισμού).  Επιπλέον, προκαλούν μυδρίαση (διαστολή της κόρης του ματιού), ώστε να γίνει βυθοσκόπηση με πλήρη έλεγχο των ανατομικών δομών του ματιού.

Τα κολλύρια αυτά προκαλούν παροδικό θάμπωμα της κοντινής όρασης που διαρκεί από 2-3 έως 24 ώρες. Σπάνια μπορεί να προκληθεί τοπικός ερεθισμός γύρω από τα μάτια ή και σε όλο το πρόσωπο σαν αντίδραση υπερευαισθησίας που υποχωρεί μέσα σε λίγες ώρες. Πολύ σπάνια μπορεί να παρατηρηθεί παροδική αλλαγή  της συμπεριφοράς του εξεταζόμενου παιδιού (πχ γκρινιάζει λίγο περισσότερο γιατί ενοχλείται από την θολή κοντινή όραση).

Υπάρχουν διάφορες αιτίες και μορφές κεφαλαλγίας και είναι πολύ σύνηθες οι παιδίατροι να παραπέμπουν ένα παιδί με κεφαλαλγία στον παιδο-οφθαλμίατρο. Η οφθαλμολογική εκτίμηση μπορεί να βοηθήσει στην προσέγγιση της κεφαλαλγίας, ειδικά σε περιπτώσεις που σχετίζονται με υψηλή υπερμετρωπία και αστιγματισμό αλλά και διαταραχές οφθαλμικής κινητικότητας (πχ κάποιες μορφές διαλείποντος στραβισμού) που προκαλούν κοπιωπία, η οποία εκλαμβάνεται ως κεφαλαγία.

Δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός όσον αφορά την ηλικία που θα χρειαστεί κάποιο παιδί να φορέσει γυαλιά. Ανεξαρτήτως ηλικίας, όταν διαπιστωθεί κάποια σημαντική διαθλαστική ανωμαλία (μυωπία, υπερμετρωπία, αστιγματισμός), η οποία να μην είναι αναμενόμενη για την ηλικία και η οποία να επηρεάζει την οπτική οξύτητα, το παιδί θα πρέπει να φορέσει γυαλία. Τα γυαλιά θα πρέπει να τα φοράει είτε συνεχώς, είτε κατά περίπτωση (στο σχολείο, στη διάβασμα) ανάλογα με τη φύση της διαθλαστικής ανωμαλίας και τις οδηγίες του παιδο-οφθαλμιάτρου σας.

Αφού δοθεί η πρώτη συνταγή γυαλιών, μετά από 3 με 4 μήνες θα πρέπει να γίνει επανέλεγχος, και κάθε 6 μήνες να επαναλαμβανεται ο έλεγχος της διάθλασης ώστε σε περίπτωση διαφοροποιήσεων να αλλάζουν και τα γυαλιά. Το πρώτο διάστημα απαιτείται να προσαρμοστεί το παιδί στα νέα του γυαλιά και η αλλαγή στη συνταγή των γυαλιών μπορεί να είναι πιο συχνή.

Η επιλογή του κατάλληλου σκελετού γυαλιών είναι πολύ σημαντική ώστε να εφαρμόζει σωστά στο κάθε πρόσωπο και το παιδί να εστιάζει μέσα από τα γυαλία και όχι πάνω ή κάτω από αυτά. Επίσης θα πρέπει  να είναι ελαφριά, να μη δημιουργούν προβλήματα ή σημάδια στη βάση της μύτης (σωστή στήριξη στα επιρρίνια) και στα αφτιά (σωστή στήριξη στους βραχίονες), και οι φακοί να είναι άθραυστοι για την αποφυγή τραυματισμών. Τέλος, δεν πρέπει να αμελούμε και τα αισθητικά κριτήρια ώστε να αρέσουν στο παιδί και να θέλει να τα φοράει.

Οχι απαραιτήτως.

Συνήθως τα περισσότερα παιδιά από την γέννησή τους εμφανίζουν κάποιου βαθμού υπερμετρωπία. Η υπερμετρωπία σε αυτές τις μικρές παιδικές ηλικίες, οφείλεται συνήθως στο μικρό αξονικό μήκος του ματιού, δηλαδή στο γεγονός οτι ο προσθιοπίσθιος άξονας του ματιού είναι ούτως ή άλλως μικρός στη νεογνική και στην παιδική ηλικία δηλαδή λόγω του ότι τα μάτια τους ακόμη δεν έχουν αναπτυχθεί πλήρως. Ετσι, η υπερμετρωπία μέχρις ενός σημείου, θεωρείται φυσιολογική ή έστω αναμενόμενη. Όταν  είναι πολύ μεγαλύτερη από την αναμενόμενη, το παιδί πρέπει να φορέσει γυαλιά. Με την πάροδο του χρόνου η υπερμετρωπία συνήθως ελαττώνεται και σταθεροποιείται στην ηλικία των 6-7 ετών. Το παιδί θα χρειάζεται όλο και πιο ασθενείς φακούς και είναι πιθανό μέχρι την εφηβεία να μην χρειάζεται πια τα γυαλιά, αν δεν συνυπάρχει άλλο διαθλαστικό σφάλμα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι η τελική κατάληξη θα είναι ένα εμμετρωπικό (φυσιολογικό) μάτι. Μπορεί κάποιος βαθμός υπερμετρωπίας να παραμείνει, ή ακόμη (μετά από κάποιο στάδιο εμμετρωπίας) το μάτι να γίνει μυωπικό.

Η μυωπία συνήθως αυξάνεται στη σχολική ηλικία, μαζί με την σωματική ανάπτυξη του παιδιού, οπότε μπορεί ένα παιδί να μην χρειάζεται γυαλιά τα πρώτα χρόνια της ζωής και να τα φορέσει αργότερα.

Ο αστιγματισμός υπάρχει συνήθως από την γέννηση με μικρές διαφοροποιήσεις, αλλά επίσης μπορεί να αυξηθεί με την ανάπτυξη του παιδιού.

Η χρήση γυαλιών ηλίου στα παιδιά προτείνεται από την ηλικία των 2 ετών και μετά, ώστε να προστατεύονται τα μάτια τους από τις βλαβερές συνέπειες της υπεριώδους ακτινοβολίας που δρουν αθροιστικά κατά την διάρκεια της ζωής μας.

Ο φακός των ματιών τους δεν διαθέτει την απαραίτητη φυσική προστασία από τις υπεριώδεις ηλιακές ακτινοβολίες UVΑ & UVΒ, καθώς την αποκτούν σταδιακά έως και την ηλικία των 12 ετών

Το δέρμα στην περιοφθαλμική περιοχή είναι το λεπτότερο όλου του σώματος με κολλαγόνο ειδικής σύστασης και εξαιρετικά λεπτά κι εύθρυπτα αγγεία και πρέπει και αυτό να προστατεύεται από τον ήλιο.

Η προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία (UltraViolet) πρέπει να λαμβάνεται καθόλη τη διάρκεια του χρόνου και όχι μόνο το καλοκαίρι. Η μειωμένη ηλιοφάνεια το χειμώνα, δεν σημαίνει απουσία της επικίνδυνης ακτινοβολίας για αυτό και καλό είναι να μην αμελούμε τη χρήση γυαλιών ηλίου και τους χειμερινούς μήνες.

Διαβάστε εδώ περισσότερα για την προστασία των ματιών μας από τον ήλιο.

Ναι! Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά τη διεξαγωγή οφθαλμολογικού ελέγχου από εξειδικευμένο παιδο-οφθαλμίατρο σε όλα τα παιδιά, ξεκινώντας από το μαιευτήριο και επαναλαμβάνοντας στις ηλικίες 1, 3 και 5 ετών με σκοπό να προληφθούν παθήσεις όπως η αμβλυωπία.

Η άποψη “Αφήστε το παιδί να μεγαλώσει, έτσι ώστε να είναι πιο πολύ συνεργάσιμο και μετά να το πάτε στο γιατρό”, είναι τελείως λανθασμένη και οδήγησε σε αμβλυωπία το 3-5% του γενικού πληθυσμού.  Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων βοηθά στο να επιτυχθεί πλήρης ωρίμανση της οπτικής οδού ώστε να έχουμε την καλύτερη δυνατή οπτική οξύτητα μεταγενέστερα στην ενήλικη ζωή. Εάν υπάρχει αμβλυωπία η οποία δεν αντιμετωπισθεί εγκαίρως, η βελτίωση της όρασης δεν είναι πρακτικά δυνατή μετά την ηλικία των 8 με 9 ετών.

Διαβάστε περισσότερα για την αμβλυωπία εδώ.

Ο στραβισμός δεν μπορεί να προληφθεί. Μπορεί όμως να διαγνωσθεί νωρίς και να αντιμετωπιστεί κατάλληλα. Η παρέκκλιση των ματιών μπορεί να γίνει αντιληπτή από τους γονείς, τον οικογενειακό περίγυρο, τη δασκάλα ακόμη και από φωτογραφίες. Όσο νωρίτερα παραπεμφθεί το παιδί με στραβισμό στον παιδο-οφθαλμίατρο, τόσο λιγότερες οι πιθανότητες η παρέκκλιση αυτή να επηρεάσει την όραση του παιδιού στη μετέπειτα ζωή του.

Διαβάστε περισσότερα για το στραβισμό εδώ.

Η σωστή ηλικία που πρέπει να πραγματοποιηθεί το χειρουργείο στραβισμού εξαρτάται από πολλές παραμέτρους όπως η αιτία, η κλινική εικόνα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του στραβισμού σε κάθε παιδί. Ο παιδο-οφθαλμίατρος σας θα σας συμβουλεύσει, αν και πότε, είναι η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιηθεί το χειρουργείο καθώς και για το προσδόκιμο του αποτελέσματος.

Διαβάστε περισσότερα για το στραβισμό εδώ.

Όλες οι γυναίκες με μέση και σχετικά μεγάλη μυωπία ανησυχούν για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στα μάτια τους ένας δύσκολος ή ακόμα και ένας φυσιολογικός τοκετός και καταφεύγουν στην καισαρική.

Η μυωπία δεν αποτελεί αντένδειξη για έναν φυσιολογικό τοκετό. Οι γυναίκες που έχουν μυωπία, μπορούν - εάν θέλουν και το τους επιτρέπει ο γυναικολόγος τους- να γεννήσουν φυσιολογικά, αρκεί να κάνουν συχνά πλήρεις οφθαλμολογικούς ελέγχους. Στατιστικά στοιχεία σε ομάδες γυναικών που είχαν από -4,5 έως και -15,0 βαθμούς μυωπία, ακόμα και αυτές οι οποίες είχαν προϋπάρχουσες μυωπικές αλλοιώσεις του βυθού, ρωγμές ή αποκολλήσεις οι οποίες αποκαταστάθηκαν με LASER ή με επέμβαση, δεν παρουσίασαν επιδείνωση ή επενεμφάνιση των προβλημάτων αυτών μετά από φυσιολογικό τοκετό.

Διαβάστε περισσότερα για τη μυωπία και τη θεραπεία με LASER εδώ.

Ναι. Προηγηθείσα διαθλαστική επέμβαση δεν αποτελεί αντένδειξη για φυσιολογικό τοκετό. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να αμελείτε τον τακτικό οφθαλμολογικό σας έλεγχο.

Διαβάστε περισσότερα για τη μυωπία και τη θεραπεία με LASER εδώ.

Οι διαθλαστικές επεμβάσεις (διόρθωση μυωπίας, υπερμετρωπίας και αστιγματισμού με LASER) καλό είναι να αποφεύγονται κατά τη εγκυμοσύνη και το θηλασμό. Κύριος λόγος είναι οι αλλαγές που συντελούνται στον κερατοειδή λόγω ορμονικών αλλαγών, γεγονός κάτι που καθιστά το αποτέλεσμα μη προβλέψιμο. Μετά τον θηλασμό, όταν ο κερατοειδής επανέλθει στη αρχική του κατάσταση, αποκατασταθεί η δακρυι’κή στιβάδα και οποιοδήποτε άλλο οφθαλμολογικό πρόβλημα είχε παρουσιασθεί, τότε μπορεί να προγραμματισθεί μία τέτοια επέμβαση.

1) Αντιγλαυκωματικά φάρμακα και ειδικότερα οι β-αναστολείς (β-blockers) πρέπει να χρησιμοποιούνται στη μικρότερη δυνατή δόση κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης και να διακόπτεται η χρήση τους 2 με 3 ημέρες πριν τον τοκετό. Τοπικά και συστηματικά ανασταλτικά ανθρακικής ανυδράσης αντενδείκνυνται κατά την κύηση και τον θηλασμό.

2) Κολλύρια που χρησιμοποιούνται για τη μύση και διαστολή της κόρης όπως και τοπικά αναισθητικά που χρησιμοποιούνται κατά την οφθαλμολογική εξέταση είναι απολύτως ασφαλή.

3) Τοπικά στεροειδή και αντιβιοτικά δεν αντενδείκνυνται απαραιτήτως αλλά χρησιμοποιούνται με σύνεση και όπου είναι απολύτως αναγκαία.

4) Συστηματικά αντιβιοτικά συνιστάται να αποφεύγονται κατά την κύηση και ιδιαίτερα κατά την περίοδο του θηλασμού.